Ήταν Ιούλιος του 1864 στη Θεσσαλονίκη, η οποία
βρισκόταν ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Ο άνθρω-
πος που στεκόταν στην ακτή, ξεφορτώνοντας τη
νυχτερινή ψαριά, αντίκρισε ένα ζωηρό φως στον
ορίζοντα, το οποίο λίγο μετά εξαφανίστηκε. Μι-
σόκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα. Το φως
ξαναφάνηκε, να αντανακλάται στην επιφάνεια της
θάλασσας. Πρώτη φορά το έβλεπε. Τι ήταν αυτό;
Την επομένη θα μάθαινε ότι ήταν ένας καινούργι-
ος φάρος, ο φάρος του Μεγάλου Εμβόλου, στο Αγ-
γελοχώρι, τον οποίο το ελληνικό κράτος παρέλαβε
πολλά χρόνια αργότερα, μετά τους βαλκανικούς
πολέμους, τον Μάρτιο του 1915.
Το ίδιο καλοκαίρι, του 1864, άναψε για πρώτη
φορά και το «φανάρι» της Κασσάνδρας στη Χαλ-
κιδική, ενώ το 1880 ακολούθησε ο φάρος της
Αλεξανδρούπολης. Πρόκειται για τους τρεις δια-
τηρητέους φάρους της Βόρειας Ελλάδας, επί συ-
νόλου 27 (διατηρητέων), που υπάρχουν σε όλη την
ελληνική επικράτεια.
Συνολικά, οι «χτιστοί» πέτρινοι φάροι είναι 116 -
εκ των οποίων οι πέντε βρίσκονται στη Β. Ελλάδα-
και λειτουργούν πλέον ως ηλεκτρικοί ή ηλιακοί (το
ελληνικό φαρικό δίκτυο αποτελείται από συνολικά
1.399 πυρσούς, που ελέγχονται και συντηρούνται
από την Ελληνική Υπηρεσία Φάρων).
Κάποτε τους φάρους -τότε ασετιλίνης ή πετρε-
λαίου- τούς στελέχωναν φαροφύλακες. Σήμερα,
μόνο έξι εξακολουθούν να απασχολούν προσωπι-
κό, ενώ δεκάδες είναι επιτηρούμενοι (δηλαδή οι
φαροφύλακες δεν μένουν μόνιμα εκεί, αλλά τους
επισκέπτονται τακτικά).
Λίγο πριν το 2000, οι τελευταίοι φάροι που λει-
τουργούσαν με αέριο ασετιλίνης -και έπρεπε να
«φορτίζονται» ανά εξάωρο- μετατράπηκαν σε
ηλεκτρικούς ή ηλιακούς. Ο τελευταίος εξ αυτών
-στον Άγιο Ιωάννη Λασιθίου Κρήτης- μετατράπη-
κε σε ηλιακό το 1999, σύμφωνα με δημοσιευμένα
στοιχεία της Υπηρεσίας Φάρων.
1. O φάρος "Ψαθούρα" στην Αλλόνησο.


2 & 3. O φάρος του Μεγάλου Εμβόλου στο Αγγελοχώρι.
ΛΙΤΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, ΣΥΜΠΑΓΗΣ ΟΓΚΟΣ
Η αρχιτεκτονική απλότητα και η λειτουργικότη-
τα, που όμως συγκινούν τον θεατή, αποτελούν τα
βασικά χαρακτηριστικά των φάρων. Ο συμπαγής
όγκος τους, γεωμετρικής μορφής, εκτείνεται κατά
τον κατακόρυφο άξονα, χωρίς αρχιτεκτονικές
«φλυαρίες» και με σαφώς καθορισμένα μορφο-
λογικά στοιχεία.
Οι γραμμές είναι καθαρές και αυστηρές. Στην ου-
σία, η μορφή καθορίζεται από τη λειτουργία. Τα
κατασκευαστικά υλικά «πειθαρχούν» και η εικόνα
που τελικά μένει είναι αυτή ενός κτίσματος που
άλλωστε «αιωρείται» πάνω u945 από τη θάλασσα και
άλλοτε διεισδύει σε αυτήν.
Σε γενικές γραμμές, οι φάροι στην Ελλάδα συμ-
μορφώνονται με τις γενικές τυπολογικές αρχές
των φάρων-«πύργων». Στους παλαιότερους εξ
αυτών, συνήθως κυριαρχεί η πέτρα, αν και υπάρ-
χουν ορισμένοι από οπτοπλινθοδομή (όπως αυτός
του Αγγελοχωρίου).
Πολλοί από τους ελληνικούς φάρους, όπως αυτό
του Αγγελοχωρίου, δέχτηκαν βομβαρδισμούς κατά
τον Β΄ Παγκόσμιο, με αποτέλεσμα να καταστρα-
φούν μερικώς ή ολικώς και στη συνέχεια επιδι-
ορθώθηκαν. Άλλοι πάλι, καταστράφηκαν μερικώς,
συνεπεία σεισμών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγ-
μα είναι αυτό των σεισμών του 1951 και του 1957
στα Ιόνια, από τους οποίους προκλήθηκαν κατα-
στροφές στους φάρους Βαρδιάνων και Φισκάρ-
δο. Άλλοι, έχουν υποστεί ζημίες από καθιζήσεις,
όπως ο φάρος Λάκκα Παξών, το έτος 1916.
Οι επεμβάσεις που έγιναν μετά τον δεύτερο «μεγά-
λο πόλεμο» αφορούσαν κυρίως στις πλάκες ορό-
φου του φανού, από σκυρόδεμα. Όταν ανακύπτει
θέμα επισκευής φάρων μνημειακού χαρακτήρα,
το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο με-
λετητής είναι διπλό: να διατηρηθούν και να ανα-
δειχθούν τα στοιχεία που συνιστούν το μνημειακό
χαρακτήρα του φάρου (όπως υλικά δομής και δο-
μικός ιστός) και να υλοποιηθούν επισκευαστικές
επεμβάσεις που θα αντέχουν στο χρόνο, καθώς
η θάλασσα που περιβάλει τους φάρους δεν είναι
«φιλική» προς τα κτήρια.
ΦΑΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΧΩΡΙΟΥ:
«Τραυματίας» πολέμου, δίπλα σε οχυρά και βι-
οτόπους
Χτισμένος στο «έμπα» του Θερμαϊκού Κόλπου,
ο Φάρος του Αγγελοχωρίου (Μεγάλου Εμβόλου),
«παρακολουθεί» εδώ και ενάμιση αιώνα τα πλοία
που «πιάνουν» Θεσσαλονίκη. Είναι αναλάμπων
λευκός και ερυθμός, με περίοδο 10 δευτερολέ-
πτων, έχει εστιακό ύψος 32 μέτρα και ύψος πύρ-
γου 10,5 και συνεργάζεται με τον Ραδιοφάρο στην
απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού, στις εκβολές του
Αξιού
Ο φάρος κατασκευάστηκε από τη Γαλλική Εταιρία
Οθωμανικών Φάρων και εντάχθηκε στο ελληνικό
φαρικό δίκτυο στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέ-
μου. Το πρώτο καύσιμο που χρησιμοποίησε ήταν
το πετρέλαιο. Οι βομβαρδισμοί των γερμανικών
πολυβολείων, που λειτουργούσαν στη σκιά του, τον
«τραυμάτισαν» στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο,
με αποτέλεσμα να σταματήσει η λειτουργία του.
Ωστόσο, το 1948 επιδιορθώθηκε, άλλαξε καύσιμο,
γυρίζοντας στην ασετιλίνη και αυτοματοποιήθηκε.
Το 1963, η ασετιλίνη αντικαταστάθηκε από ηλε-
κτρισμό και η ονομαστική φωτοβολία του έφτανε
πλέον πολύ πιο μακριά, στα 17 ναυτικά μίλια για
τον λευκό τομέα και στα δέκα για τον κόκκινο. Όταν
κάποιος βλέπει τον λευκό τομέα, η πορεία του για
το λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι ασφαλής.
Το 1998, ο φάρος -που η κατασκευή του έγινε με
τη χρήση καλής ποιότητας συμπαγών οπτόπλιν-
θων, με χρήση καλής τεχνικής, όπως οι καμινάδες
των πρώτων βιομηχανικών κτιρίων της Θεσσαλο-
νίκης- χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο νεότερο
μνημείο βιομηχανικής κληρονομιάς.
Και δεν είναι μόνο το κτήριο καθεαυτό, που κάνει
αυτόν τον φάρο τόσο θελκτικό για τον επισκέπτη.
Δίπλα του βρίσκονται τα ναυτικά οχυρά, που φτιά-
χτηκαν λίγο πριν το 1900, οι περίφημες αλυκές του
Αγγελοχωρίου, αλλά και ο βιότοπος της λιμνοθά-
λασσας, έκτασης 2.500 στρεμμάτων, όπου ο περι-
ηγητής μπορεί να θαυμάσει φλαμίγκο και ερωδι-
ούς, κορμοράνους και μαυροκέφαλους γλάρους.
Τα οχυρά που ορθώνονται στη βόρεια βραχώδη
ακτή, χτίστηκαν την περίοδο 1883-85 από Γερ-
μανούς τεχνικούς, για λογαριασμό του τούρκικου
στρατού. Και ακριβώς πίσω από τον πολυγωνικού
σχήματος λιθόχτιστο στρατώνα στέκει ο πέτρινος
φάρος. Δίπλα του δε, σώζεται ένα από τα πέντε
πυροβολεία από μπετόν που έχτισαν οι Γερμανοί
κατακτητές το 1940.
Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο φάρος μελε-
τήθηκαν από το ΑΠΘ, στο πλαίσιο του προγράμ-
ματος EC-Pharos, ενώ η αξιοποίησή του γίνεται
μέσα από το πρόγραμμα διαβαλκανικής συνεργα-
σίας «Βαλκανικό Δίκτυο Πράσινης Ανάπτυξης»
(INTERREG IIIA/PHARE CBC).
Το πρόγραμμα «EC-PHAROS - Συντήρηση, απο-
κατάσταση και ανάδειξη πέτρινων φάρων», συ-
ντονίστηκε από το Εργαστήριο Δομικών Υλικών
του Α.Π.Θ., ενώ στη διάρκειά του συγκεντρώθηκε
πολύτιμο υλικό από την έρευνα σχετικά με τους
Φάρους, το ρόλο που έπαιξαν στη ναυσιπλοΐα, τα
προβλήματα που παρουσιάζουν σήμερα και τη
δυνατή αξιοποίησή τους ως μνημεία της πολιτι-
στικής κληρονομιάς στο μέλλον. Για πρώτη φορά
στην Ελλάδα έγινε μία επιστημονική προσέγγιση
των πέτρινων Φάρων στον Ελλαδικό και Ευρωπαϊ-
κό χώρο. Το υλικό αυτό παρουσιάστηκε σε σχετική
έκθεση, το 2007.
Η έκθεση παρουσιάζεται σε Λεύκωμα που εκδό-
θηκε από την Επιτροπή Ερευνών του Α.Π.Θ. και
αποτελεί ένα u957 ντοκουμέντο για τους φάρους. Γε-
νικά, στόχος της μεθοδολογίας, που εφαρμόζεται
στο πλαίσιο του προγράμματος είναι η αντιμετώπι-
ση του φάρου ως μνημείου της παγκόσμιας πολιτι-
στικής κληρονομιάς, ως «χωρόσημου» ιστορικής,
αρχιτεκτονικής, κατασκευαστικής, λειτουργικής,
τεχνολογικής και πολιτισμικής αξίας.
n ΦΑΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ:
Οι δρόμοι του εμπορίου, τα 98 σκαλοπάτια και ο
μηχανισμός του φωτός
Μέχρι τη δεκαετία του 1850, ο λιμενίσκος που
είχε αρχίσει να δημιουργείται στον χώρο όπου σή-
μερα βρίσκεται το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης,
ήταν «τυφλός» και «αόρατος» το βράδυ ή όταν η
θάλασσα άπλωνε την ομίχλη της κατά μήκος των
ακτών. Όταν η κίνηση άρχισε να αυξάνεται, έγινε
σαφές ότι οι ντόπιοι ναυτικοί, αλλά και τα καράβια
που κινούνταν από και προς Ελλήσποντο, χρειάζο-
νταν έναν φάρο να τους καθοδηγεί.
Έτσι, στα δυτικά του λιμανιού, άρχισε να ορθώνε-
ται ένας κυλινδρικός πύργος, με φαρδιά βάση, από
αρμολογημένη πέτρα. Στην κορυφή του πύργου,
τοποθετήθηκε ο πυρσός. Το έργο ανέλαβε Γαλλική
Εταιρεία Φάρων και Φανών της Μεσογείου, κατό-
πιν σύμβασης με την τότε τουρκική Κυβέρνηση.
Το «φανάρι» άναψε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του
1880 και αρχικά λειτούργησε με ασετιλίνη και αρ-
γότερα με πετρέλαιο (από το 1974 λειτουργεί με
ηλεκτρικό ρεύμα). Επισκευές και μετασκευές στο
κτίριο του φάρου έγιναν το 1946 και το 1955.
Αν κάποιος θέλει να φτάσει στην κορυφή του φά-
ρου, πρέπει να ανέβει 98 σκαλοπάτια, με έξι με-
γάλα πλατύσκαλα, καθένα από τα οποία έχει δίπλα
του ένα στενόμακρο παραθυράκι, προς τη νότια
μεριά του, ώστε να φωτίζεται το εσωτερικό του
κτίσματος.
Οι ναυτικοί αναγνωρίζουν τον φάρο από τρεις λευ-
κές αναλαμπές κάθε 15 δευτερόλεπτα. Η φωτο-
βολία του είναι μεγαλύτερη από εκείνη του φάρου
του Αγγελοχωρίου, καθώς φτάνει τα 24 ναυτικά
μίλια (44χλμ περίπου) σε ιδανικές καιρικές συν-
θήκες.
Πώς όμως λειτουργεί ο μηχανισμός του φωτός
του; Γύρω από τον φανό περιστρέφεται ένας κοί-
λος καθρέφτης, στέλνοντας φως στα τοποθετημέ-
να γύρω του πρίσματα. Σήμερα η κίνηση του κα-
θρέφτη γίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα.
Όταν όμως αυτό δεν υπήρχε, έπρεπε να γίνει χει-
ροκίνητα από τον φαροφύλακα, με μια πολύπλοκη
διαδικασία που απαιτούσε αντίβαρα και τροχαλί-
ες. Ο φάρος λειτουργεί υπό την άμεση επιτήρηση
προσωπικού της Υπηρεσίας Φάρων και είναι ένας
από τους λίγους επιτηρούμενους, που έχουν απο-
μείνει.

4. O φάρος "Ψαθούρα" στην Αλλόνησο.
ΦΑΡΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ:
Οδηγός για πλοία με τρία υπνοδωμάτια, καθιστι-
κό και ...;χολ
Χτισμένος σε τουριστική περιοχή, ο φάρος της
Κασσάνδρας αποτελεί δέλεαρ για τους τουρίστες,
ενώ θα μπορούσε -βάσει μεγέθους και ανέσεων-
να προσφέρει κατάλυμα σε αρκετούς από αυτούς!
Το κτήριό του, συνολικού εμβαδού 130 τ.μ. περί-
που, κατασκευάστηκε σε δύο φάσεις από οπτο-
πλινθοδομή (συμπαγείς και διάτρητους πλίνθους).
Διαθέτει δε, καθιστικό, τρία υπνοδωμάτια, του-
αλέτα, κουζίνα, ηλεκτροστάσιο, εσωτερική και
εξωτερική αποθήκη, χολ, διάδρομο και κυκλικό
πύργο λιθοδομής, ύψους 14,5 μέτρων. Βρίσκεται
στο δημοτικό διαμέρισμα Καλάνδρας, δήμου Κασ-
σάνδρας, ενώ η πρόσβαση σε αυτόν γίνεται μέσω
ασφαλτωμένου δρόμου μέχρι την είσοδο του κτι-
ρίου.
Λειτούργησε για πρώτη φορά το 1864, όταν η πε-
ριοχή ήταν ακόμη υπό την κατοχή της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας. Εντάχθηκε στο Ελληνικό Φαρικό
Δίκτυο το 1915. Κατά τη διάρκεια του 2ου Πα-
γκοσμίου Πολέμου παρέμεινε σβηστός και στο
πλαίσιο ανασυγκρότησης του Φαρικού Δικτύου,
επαναλειτούργησε το 1944 με πηγή ενέργειας το
πετρέλαιο. Το 1975 φάρος ηλεκτροδοτήθηκε. Η
κατάσταση του κτηρίου κρίνεται ως καλή, ενώ η
απόστασή του από κατοικημένη περιοχή δεν ξε-
περνά το 1 χλμ.

5. Ο φάρος "Γουρούνι" στη Σκόπελο.
Η «ΦΑΡΟΜΑΝΑ» ΘΑΛΑΣΣΑ, ΤΟ ΝΗΣΑΚΙ «ΦΑ-
ΡΟΣ» ΚΑΙ Ο ΞΕΡΞΗΣ
Αν υπάρχει κάποια θάλασσα, που θα μπορούσε να
διεκδικήσει τον τίτλο της μάνας των φάρων, αυτή
θα ήταν σίγουρα η Μεσόγειος. Αυτή φιλοξένησε
τους πρώτους φάρους της ιστορίας, τους πυρσούς,
που οι αρχαίοι ναυτικοί -Έλληνες, Λίβυοι Φοίνι-
κες- άναβαν σε κορυφές λόφων ή εισόδους πό-
λεων.
Στη Μεσόγειο βρίσκεται και ο πιο φημισμένος
φάρος της αρχαιότητας, αυτός της Αλεξάνδρει-
ας, το ύψος του οποίου (130-160 μέτρα), ήταν
πολλαπλάσιο εκείνου του Μεγάλου Εμβόλου. Η
δε φωτοβολία έφτανε τα 60 μίλια. Ο φάρος, που
κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε
σε λειτουργία εώς την πλήρη καταστροφή του από
δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ., απέκτησε τόση
φήμη, ώστε το νησάκι «Φάρος» πάνω στο οποίο
χτίστηκε, «βάφτισε» τις κατασκευές του είδους.
Ποιος όμως ήταν ο αρχαιότερος φάρος της ιστο-
ρίας; Ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος, αλλά φαί-
νεται ότι ήταν αυτός που χτίστηκε στην Τροία, στο
ακρωτήριο Σίγειο (σημερινό Γενή Σιέρ Μπουρνού).
Ακολούθησε ο φάρος στην u960 πετρώδη ξέρα «Λευ-
τέρης» (μεταξύ Σκιάθου και κυρίως χώρας), που
ανεγέρθη από τον Ξέρξη, με στόχο να περάσει ευ-
κολότερα τον στόλο του από τη Θεσσαλομαγνησία,
για να «κατέβει» στον Σαρωνικό.

6. O φάρος της Κασσάνδρας. 7. O φάρος "Ψαθούρα" στην Αλλόνησο. 8. O φάρος της Αλεξανδρούπολης.
Η ΘΕΤΙΣ, H ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΙΟΜΕΝΟ ΠΥΡ
Για τους ναυτικούς, ο φάρος είναι η υπόσχεση της
στεριάς, ήδη από την αρχαιότητα (Ο Όμηρος, στην
Ιλιάδα, όταν η Θέτιδα χάρισε στον Αχιλλέα μιαν
ασπίδα, παρομοίασε τη λάμψη της πως ήταν «ίδια
με το φως καιομένου πυρός, όπως το διακρίνουν
από μακριά οι ναυτικοί").
Στη νεότερη Ελλάδα, ο πρώτος φανός του νεο-
σύστατου ελληνικού κράτους άναψε λίγο πριν το
1830, στην Αίγινα. Ο παλαιότερος πέτρινος φάρος,
που βρίσκεται ακόμη σε χρήση, είναι εκείνος στο
Κάστρο της Κέρκυρας (κατασκευάστηκε το 1822),
ενώ ο ψηλότερος (πέτρινος) βρίσκεται στην Ερ-
μούπολη Σύρου (30,1 μέτρα).
Το 1887 ιδρύθηκε η Υπηρεσία Φάρων, που σή-
μερα ελέγχει/συντηρεί το σύνολο των ελληνικών
φάρων. Όλοι οι φάροι συντηρούνται με κονδύλια
του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ αρκετοί έχουν προ-
ταθεί προς χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2007-
2013 για αποκατάσταση. Σε μικρό αριθμό φάρων,
η διαδικασία συντήρησης έχει παραχωρηθεί σε
τοπικούς φορείς, ενώ σε κάποιους εκτελείται πα-
ραθεριστικό πρόγραμμα στελεχών του Πολεμικού
Ναυτικού.